Συνθήκες Ίδρυσης του Συλλόγου

 

Συνθήκες Ίδρυσης του Συλλόγου

                            ΣΥΛΛΟΓΟΣ  ΑΥΛΩΝΙΤΩΝ  ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

                                ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΟ

                        Πειραιώς 68Β,  ΑΘΗΝΑ  Τ.Κ. 10436, Τηλ. : 2105235535,  ΑΦΜ : 090152667

           ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ

    Πριν ξεκινήσει κανείς να ιστορεί την αρχή και την πορεία του Συλλόγου, είναι ανάγκη να αναφερθεί στους λόγους που οδήγησαν τους Αυλωνίτες της Αθήνας στην ίδρυση του Συλλόγου τους. Αλλά και πριν απ' αυτό θα πρέπει να ιδούμε κάτω από ποιες κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες βρέθηκαν στην Αθήνα οι ιδρυτές και τα μέλη του Συλλόγου.

    Εδώ είναι απαραίτητη μια σύντομη ιστορική αναδρομή.

       Η  Αυλώνα στις αρχές του περασμένου μέχρι το 1925.

 
   Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η φτώχεια ήταν εκείνη που έδιωχνε τους Αυλωνίτες από τον τόπο τους. Η ελπίδα για μια καλύτερη τύχη οδήγησε τους Καραμουσταφαίους πριν από το 1920 και τους Αυλωνίτες από το 1945 και μετά στην εξωτερική και εσωτερική μετανάστευση (Το 1922 μετονομάστηκε το χωριό από Καραμούσταφα σε Αυλώνα).
   Προηγήθηκε η εξωτερική μετανάστευση προς τις ΗΠΑ από το 1900 μέχρι το 1917. Είναι από τα πιο ηρωικά αλλά και από τα πιο δύσκολα χρόνια για τον  ελληνισμό.
   Η περίοδος από το 1900 μέχρι το 1922 είναι εκείνη κατά την οποία ο Ελληνικός λαός, μέσα από μια οικονομική, πολιτική και πολιτειακή αστάθεια αγωνίζεται να σταθεί ως κράτος και ως έθνος, αλλά και να ολοκληρώσει την εθνική του ανεξαρτησία. Οι συνέπειες των Βαλ­κανικών πολέμων, του Α' παγκόσμιου πολέμου και της μικρασιατικής καταστροφής είναι βαρύτατες για τον Ελληνικό λαό. Ανάγλυφη η εικόνα της εποχής φαίνεται σε χωριά σαν το δικό μας δηλ. ορεινά, άγονα, αποκομμένα από τα αστικά κέντρα και αφημένα στις ίδιες τους τις δυνάμεις.
   Οι πατέρες και παππούδες μας εκείνης της εποχής τρέφονται και ντύνονται κυρίως με ό,τι και όσα παράγουν οι ίδιοι. Η οικονομία τους στηρίζεται στην κτηνοτροφία, σε λίγα σιτάρια, λίγα καλαμπόκια και φασόλια από τα ποτιστικά στο Μπούζι, λίγα κρασιά, για οικιακή μόνο χρήση. Το  λάδι  λιγοστό.
  Στο χαρανί (τέντζερη) βράζουν φασόλια μαυρομάτικα ή πράσινα, τραχανάς, χυλοπίττες και στο τηγάνι κανένα κομμάτι ξύγκι, στην   καλύτερη  περίπτωση  με  αυγό.
   Όχι γιατί δεν είχαν αυγά, αλλά γιατί με ένα αυγό έπαιρνε η νοικοκυρά ένα κουτί σπύρτα, ή βελόνες ή άλλα ψιλοπράγματα απα­ραίτητα για το νοικοκυριό της.
   Στον αργαλειό υφαίνονται από προβατίσιο ή γιδίσιο μαλλί όλα σχεδόν τα ανδρικά και γυναικεία ρούχα, τα σκεπάσματα και τα σπρωσίδια.
    Τα πόδια τους τα προστατεύουν κάπως με τσαρούχια που φτιάχνουν οι  ίδιοι  από  χοιρινό δέρμα.
    Το χρήμα είναι ακριβό. Νοικοκυραίοι άνθρωποι με χωράφια και γιδοπρόβατα δεν έχουν ούτε μια - δυο δραχμές να κεράσουν ένα κατοστάρι κρασί. Χρήμα πέφτει στο χωριό την εποχή που πουλιούνται τα αρνοκάτσικα και από μεροκάματα την εποχή που σκάβουν τις σταφίδες του κάμπου, στη Μεσσηνία. Δεν αρκούν όμως για να καλύψουν ούτε στοιχειώδεις ανάγκες, μια κουβαρίστρα να ραφτούν, μπογιές για τα νήματα, φάρμακα για τον άρρωστο και προπαντός αλεύρι για ψωμάκι. Είναι πολύ λίγες οι οικογένειες που παράγουν σιτάρι ή κα­λαμπόκι όσο τους χρειάζεται για όλο το χρόνο. Αντίθετα είναι πολλές εκείνες που αν στο αλώνι κάμουν όσο σιτάρι χρωστούν, για να ανανεώσουν  την  πίστωση,  το  θεωρούν  επιτυχία.
    Οι οικογένειες ζουν σε πατριαρχική βάση. Πεθερικά, γιοί, γαμπροί, νιφάδες, εγγόνια πλάτη με πλάτη ή πόδια με κεφάλι οικονομιούνται στο  σπίτι ή  στην  τέντα,  που  είναι  ολοχρονίς στημένη  στο  γρέκι.
    Όλοι ανάλογα με την ηλικία τους και το φύλο, αγωνίζονται για να κρατήσουν το νοικοκυριό με την ελπίδα ότι κάποτε θα ξημερώσει και γι' αυτούς άσπρη μέρα. Κάθε μάννα γεννάει 4-5-6 και περισσότερα παιδιά. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι ευνοϊκές για το Χάροντα, που άλλοτε έρχεται ως αναιμική κατάσταση, άλλοτε ως ελονοσία, ως γρίπη, ως φυματίωση. Γίνεται φυσική επιλογή. Όσοι αντέξουν μένουν στον τόπο τους. Για φευγιό ούτε λόγος, θα το 'θελαν αλλά πού να πάνε; Χωρίς χρήματα, χωρίς καμιά ειδικότητα, αποκομμένοι από τον  κόσμο φοβούνται να  αντιμετωπίσουν  το  άγνωστο.
    Αν κάμποσοι τόλμησαν τη μετανάστευση για την Αμερική ήταν και για το ότι είχε γίνει θρύλος ο πλούτος αυτής της χώρας. Χαρακτηριστικό είναι το  παρακάτω  που κυκλοφορούσε στο  χωριό:
    Ο γέρο Τάση Γεωργακάς και η γυναίκα του βρίσκονται σε μεγάλη συλλογή, ποιο από τα δυο τους αγόρια να στείλουν στην Αμερική, τον Παμεινώντα ή το Γιώρη,. Λέει η γυναίκα: Τάση, εγώ λέω να στείλουμε το Γιώρη, που έχει μακριά χέρια, γιατί λένε   ότι εκεί στην Αμερική τα δολάρια είναι σε κάτι βαθιές τρούπες και ο Παμεινώντας με  τα  κοντά  χέρια  δεν θα τα  φτάνει.
    Τελικά πήγε ο Γιώρης με τα μακριά χέρια και ο Παμεινώντας έμεινε κι έγινε παπάς.
    Οι πράκτορες των ταξιδιωτικών γραφείων από την άλλη, όπως της Πάτρας για την περιοχή τη δική μας, εξάπτουν τη φαντασία του κόσμου.
    Έτσι πήραν των ομματίων τους μ' ένα σακούλι παξιμάδια για το ταξίδι των 30-40 ημερών με το καράβι και τις ευχές των δικών τους να γυρίσουν γρήγορα γεροί και πλούσιοι με πολλά δολάρια.
   Πολλά οφείλουν οι οικογένειες τους και γενικότερα το χωριό στους μετανάστες της Αμερικής της εποχής στην οποία αναφερόμαστε δηλ. 1900 - 1917. Σήμερα δεν υπάρχει κανείς στη ζωή απ' αυτούς, που έμειναν εκεί. Ας θεωρηθούν οι γραμμές αυτές ως έκφραση ευγνωμοσύνης και τιμής στη μνήμη τους.
 
                                  Η   περίοδος   1925 - 1955
 
   Αλλά ας επανέλθουμε στο χωριό. Από το 1925 και μετά αρχίζει μια ανοδική πορεία με ρυθμούς πολύ αργούς, βέβαια, αλλά σταθερά με κάπως ευοίωνες προοπτικές για το μέλλον του χωριού και των κατοίκων του. Οι νέοι αναζητούν κάτι καινούργιο, αρχίζουν οι πρώτες προσπάθειες. Δεν τραβάει άλλο έτσι. Οι προσπάθειες τους αρχικά στρέφονται γύρω από τα δεδομένα δηλ. στη βελτίωση των αγροτικών καλλιεργειών, στη δενδροφύτευση και στην ουσιαστικότερη εκμετάλλευση της κτηνοτροφίας. Παρακολουθούν τι γίνεται στα πεδινά και κάνουν απόπειρες να μεταφέρουν εδώ ότι μπορεί να προκόψει και να βελτιώσει την οικονομία του  χωριού. Οι προβληματισμοί και οι προσπάθειες των νέων εκφράζονται μέσα  από το Σύλλογο "φιλοδένδρων" που ιδρύθηκε το 1925 στο χωριό με πρωτοβουλία των: Αριστείδη Γιαννίκου Σταυρόπουλου, φοιτητή τότε της χημείας, Αριστείδη Θεμιστοκλή Καρατζά, Παναγιώτη Γιάννη Παπαγεωργίου και άλλων στον οποίο εντάχτηκαν όλοι οι νέοι του χωριού. Ο Σύλλογος λειτούργησε επί αρκετά χρόνια και άφησε τη σφραγίδα του κυρίως στη δενδροκαλλιέργεια και ειδικότερα στην καλλιέργεια της  ελιάς  και  της αμυγδαλιάς.
    Οι δυσκολίες είναι πολλές και μια απ' αυτές ο συντηρητισμός των πατέρων τους. Η παλιά γενιά βλέπει με πολύ σκεπτικισμό τις δοκιμές και γενικά τους πειραματισμούς. Οι νέοι όμως επιμένουν και έχουν θετικά αποτελέσματα.
    Έτσι το χωριό πορεύεται ανοδικά κατά τη δεκαετία του 1930. Από το 1925 λειτουργεί στο χωριό ο πετρελαιοκίνητος αλευρόμυλος του Μήτσου  Γιάννη  Παπαγεωργίου.
    Από το 1930, και για αρκετό διάστημα, σε παράρτημα του Ελληνικού ταπητουργικού οργανισμού, που επόπτευε ο γιατρός Κώστας Σταυρόπουλος, εργάστηκαν και εκπαιδεύτηκαν κορίτσια του χωριού. Το 1934 λειτούργησε τυροκομιό, που αποτέλεσε βασική οικονομική μονάδα για το χωριό.
    Το 1938 ο μακαρίτης Γιάννης Κώνσταντος, που επί 14 χρόνια υπηρέτησε στο χωριό ως δάσκαλος, επί πολλά χρόνια ως γραμματέας της Κοι­νότητας και όσο ζούσε ως ιεροψάλτης, έφερε στο χωριό σιτοκαθα-ριστήριο για τη διαλογή του σιταριού, που σήμαινε καλύτερο ψωμί αλλά κυρίως διαλεγμένο σπόρο για βελτίωση της παραγωγής. Ο γιος του Μήτσος, πρόσφερε το καθαριστήριο στο Μουσείο του χωριού. Από το 1936 εγκαταστάθηκε στο χωριό ο γιατρός Παναγιώτης Κα­νελλόπουλος.
    Άνοιξε καινούργιο εμπορικό κέντρο, το Κοπανάκι, όπου μπορούν να μεταφέρουν τα προϊόντα τους ευκολότερα παρ' ότι στην Κυπαρισσία.
   Τα διάφορα επαγγέλματα και οι τέχνες γίνονται το καταφύγιο πολλών νέων (σιδεράδες, ξυλουργοί, τσαγκάρηδες, ραφτάδες, κουρείς, κ.λπ.). Τα γράμματα γίνονται προσιτά σε αρκετούς και κάποιοι θα στραφούν προς τις δημόσιες υπηρεσίες ή τις επιστήμες. Πολλές και ποικίλες διέξοδοι και ευκαιρίες για δημιουργική δραστηριότητα θα δίνονταν στους  νέους ανθρώπους.
     Πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση, τί θα γινόταν και μετά πόσο καιρό δεν είναι δυνατόν να το διαγράψει κανείς επακριβώς. Ασφαλώς και  θα  βελτιωνόταν  ακόμη  περισσότερο  η κατάσταση.
    Η  χώρα  μας   έκλεινε   σιγά  -  σιγά  τις  πληγές   των   πολέμων   και εθνικών περιπετειών, έμπαινε στο στάδιο της περισυλλογής και της ανάπτυξης και αυτό θα είχε οπωσδήποτε ευεργετικές επιπτώσεις και στο χωριό μας.
    Έτσι, πάντως, είχαν τα πράγματα όταν το 1939 ξέσπασε στην Ευρώπη ο Β' παγκόσμιος πόλεμος,  που για  τη  χώρα μας  έληξε  το  1949.
   Τα γεγονότα είναι γνωστά: Τον Οκτώβριο του 1940 αντιμετωπίσαμε νικηφόρα την απρόκλητη επίθεση των Ιταλών στα Ηπειρωτικά βουνά, ακολούθησε η Γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, η υποχώρηση των Ελληνικών δυνάμεων, η μάχη της Κρήτης, η τριπλή κατοχή (Γερ­μανική - Ιταλική - Βουλγαρική), τα δεινά της κατοχής, η Εθνική Αντίσταση, ο εμφύλιος  πόλεμος.
    Η Ελλάδα βγήκε μέσα από τη δεκαετία του 1940 καταματωμένη, κατερειπωμένη και τρομερά  διχασμένη.
    Σε μια εποχή που ήταν απαραίτητη η εθνική ομοψυχία, για να κλάψουμε τους νεκρούς και να επιχειρήσουμε την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση της χώρας, βρεθήκαμε σε δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
    Δεν είναι στις προθέσεις αυτής της συγγραφής να αναζητήσει τα αίτια και τους υπεύθυνους. Αυτό το αφήνουμε στην ευθύνη των Ιστορικών. Εδώ γίνεται απλώς μνεία μιας πραγματικότητας για να βοηθηθούμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα που έχουμε θέσει:Πώς δηλ. βρέθηκαν στην Αθήνα τόσοι Αυλωνίτες και πώς οδηγήθηκαν στην απόφαση για την ίδρυση του Συλλόγου  τους.
    Η φτώχεια και η δυστυχία χτυπούν και πάλι τις πόρτες των Αυλωνιτών. Η βοήθεια που έρχεται από το εσωτερικό και το εξωτερικό απαλαίνει τον πόνο αλλά για να ξανασταθεί στα πόδια του αυτός ο κόσμος χρειάζεται καινούργια προσπάθεια. Τα νέα παιδιά τα καταλαμβάνει η απογοήτευση, βλέπουν ότι δεν υπάρχει προκοπή πια στο χωριό, έσβησαν τα όνειρα τους. Δεν έχουν την αντοχή να βλέπουν γκρεμισμένα όσα μέχρι τώρα πέτυχαν με μόχθο: νοικοκυριό, κτηνοτροφία, δενδροκαλλιέργειες, αμπέλια, κ.λ.π., ούτε την υπομονή και το κουράγιο ν' αρχίσουν από την αρχή.
    Τραβάνε, λοιπόν, στα τυφλά σχεδόν για την αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης στην εσωτερική (κυρίως στην Αθήνα) και στην εξωτερική (Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία) μετανάστευση. Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση της εποχής βοηθάει κι' αυτή στο φευγιό. Πολλοί, νέοι κυρίως, και να είχαν τον τρόπο και να ήθελαν, δεν μπορούν να μείνουν στο χωριό, γιατί νοιώθουν ανασφάλεια. Έτσι από το 1950 και μετά η μετανάστευση προς το εσωτερικό και το εξωτερικό πήρε τη μορφή της φυγής των νέων  από τον τόπο  τους.
    Μπαίνω στον πειρασμό να καταθέσω ένα γεγονός χαρακτηριστικό της απόγνωσης και απελπισίας που είχε καταλάβει τον κόσμο εκείνη την  εποχή.
    Στις 15 Αυγούστου του 1954 ή 1955 μια παρέα από μικρούς και μεγάλους χαιρόμαστε από την αυλή του σπιτιού μου το χορό του πανηγυριού (γιορταζόταν ακόμη με τον πατροπαράδοτο τρόπο). Στο γύρο του χορού φιγουράρουν δυο κορίτσια με τα φουστάνια τα "φουρό", που ήταν της μόδας. Ήταν από τους πρώτους μετανάστες που είχαν έρθει από  την Αθήνα  για τις διακοπές  τους.
   Μια γυναίκα της παρέας, μεσόκοπη στην ηλικία, απευθυνόμενη στα κορίτσια  που ήταν  πλάι της τους  είπε:
   "Βιτριόλες, βιτριόλες, τι περιμένουτε; Μην καθόσαστε καθόλου. Αύριο το πρωί κιόλας να φύγουτε για την Αθήνα". Τους συνιστούσε να πάνε  πού;  Ούτε  και η  ίδια ήξερε.
 
                              Οι πρώτοι Αυλωνίτες της Αθήνας.


 Στην Αθήνα ήλθαν πριν από το 1900 οι: Γεώργιος Αριστείδη Βουδούρης, υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, και ο Γεωργάκης Κολέτσος, υπάλληλος  του  Σταφιδικού Οργανισμού.
   Το 1920 ήλθαν οι: Θεόδωρος Αρεστού Βουδούρης και Γεώργιος Ντίνη Γεωργακάς.
   Το 1925 ήλθαν οι: Αλέκος Πάνου Θανασάς και Αριστείδης Γρηγορίου Καπερώνης.
   Το 1926 ήλθαν οι: Γιάννης Δημητρίου Γεωργακάς και οι αδελφοί Γεώργιος και Γρηγόριος Λεωνίδα  Νικολόπουλοι.
   Το 1928 ο  Ντίνης  Γιώρη  Αθανασόπουλος   (Τσαμούλης).
   Το 1932 η Παναγιώτα  Πάνου  Θανασά  -  Ευθυμιάδη.
   Το 1935 οι: Οδυσσέας Λεωνίδα Βουδούρης και Αυγερινός Γιώρη Παπαγεωργίου.

         Η επιβίωση των Αυλωνιτών στην Αθήνα και η Ίδρυση του Συλλόγου. 

   Ας  σταθούμε  στους  μετανάστες  προς  την  Αθήνα. 
   Όλοι σχεδόν αυτοί οι πατριώτες αντιμετώπισαν, κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης τους στην Αθήνα, πολλές δυσκολίες, που οι σημερινοί νέοι δεν μπορούν να καταλάβουν. Ας τους ευχηθούμε να μη δώσει να βρεθούν ποτέ στη θέση των πατέρων και παππούδων τους. Οι δουλειές του ποδαριού είναι μια πρώτη λύση για τους περισσότερους. Πουλάνε φτηνά το μεροκάματο τους και προσπαθούν να προσαρμοστούν στις άγνωστες σ' αυτούς συνθήκες οικονομικές και κοινωνικές  της Αθήνας.
   Κουβαλούν μέσα τους τις αντιθέσεις, που είχαν δημιουργηθεί κατά την πολυτάραχη περίοδο της δεκαετίας του '40. Όσο όμως περνάει ο καιρός, όσο απομακρύνονται από τα γεγονότα, μέσα σε ουδέτερο έδαφος κι' έτσι όπως όλοι ζουν κάτω από τις ίδιες δύσκολες συνθήκες, τα πνεύματα καταλαγιάζουν, αναλύουν με νηφάλιο τρόπο τα γεγονότα και γίνεται σε όλους φανερό ότι πολλά τους ενώνουν και τίποτε δεν  τους χωρίζει.
   Αποκαθίστανται σιγά - σιγά οι μεταξύ τους πατριωτικές σχέσεις, γνωρίζονται και σχετίζονται με όσους Αυλωνίτες είχαν έρθει στην Αθήνα πριν από το 1950, συζητούν και μ' αυτούς τα προβλήματα τους, αλληλοκατανοούνται, αλληλοβοηθούνται όταν και όπου είναι δυνατόν, μοιράζονται την πίκρα τους, τον πόνο τους για την αναγκαστική αυτή μετανάστευση και νοσταλγικά θυμούνται το χωριό τους και τους ανθρώπους του. Και κάπου εκεί από κουβέντα σε κουβέντα αποφάσισαν οι πριν και οι μετά το 1950 Αυλωνίτες της Αθήνας, για τη δική τους ηθική στήριξη και για το μέλλον του χωριού, να ιδρύσουν Σύλλογο.

      Δυο από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου, η Νότα Ευθυμιάδη το γένος Θανασά και ο Μήτσος Γιάννη Κολέτσος θυμούνται και καταθέτουν ότι οι κουβέντες οδήγησαν σε συγκέντρωση πατριωτών στο σπίτι του μακαρίτη Θόδωρου Παπαδόπουλου (οδός Ιεροσολύμων 33, Πλατεία Αμερικής), λίγο καιρό πριν από τη Γενική Συνέλευση των ιδρυτικών μελών της 19 Μαΐου 1957, όπου πήραν την απόφαση για την ίδρυση του Συλλόγου.

     Με την απόσταση των 50 ετών που μας χωρίζουν από το έτος της ίδρυσης του Συλλόγου και με βάση τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα, μπορούμε να κάμουμε μια πρώτη διαπίστωση για τη σημασία αυτής της απόφασης.
     Πολύ επιγραμματικά το έργο του Συλλόγου μπορεί να αποτυπωθεί και να αποτιμηθεί από τα παρακάτω:

   Πέτυχε τη σύσφιγξη των πατριωτικών δεσμών των μελών του και την καλλιέργεια  μεταξύ τους  σχέσεων  αγάπης  και αλληλεγγύης.
   Ενέπνευσε στους νέους μας το σεβασμό στις ρίζες και στην παράδοση.
   Διατήρησε και ανάπτυξε παραπέρα τους δεσμούς μεταξύ του Συλλόγου και του χωριού και συνέβαλε αποφασιστικά στην καλυτέρευση των όρων διαβίωσης στο χωριό και στην ανάπτυξη του πολιτιστικού του επιπέδου.
   Κράτησε τους πατριωτικούς δεσμούς με τους απανταχού Αυλωνίτες.

Πηγή:  Το βιβλίο της Ιστορίας του Συλλόγου που συνέγραψε  ο αείμνηστος εκπαιδευτικός       και  επί  οκταετία πρόεδρος του Δ.Σ του Συλλόγου Γιαννάκης Θ. Κανελλόπουλος.